- ἀηθέσσω
- ἀ-ηθέσσω (ἀηθής, ἦθος): be unaccustomed to; w. gen., Il. 10.493†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
ἀηθέσσω — to be unaccustomed pres subj act 1st sg ἀηθέσσω to be unaccustomed pres ind act 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αηθέσσω — ἀηθέσσω (Α) [ἀήθης] ποιητικός τύπος αντί αηθέω … Dictionary of Greek
ἀηθέσσουσιν — ἀηθέσσω to be unaccustomed pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀηθέσσω to be unaccustomed pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἠήθεσσον — ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 3rd pl (attic epic ionic) ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 1st sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀηθέσσειν — ἀηθέσσω to be unaccustomed pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀηθέσσοντες — ἀηθέσσω to be unaccustomed pres part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀηθέσσουσα — ἀηθέσσω to be unaccustomed pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀήθεσον — ἀ̱ήθεσον , ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱ήθεσον , ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀηθέσσω to be unaccustomed… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀήθεσσον — ἀ̱ήθεσσον , ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱ήθεσσον , ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀηθέσσω to be unaccustomed imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀηθέσσω to be unaccustomed… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αήθης — ες (Α ἀήθης) ασυνήθιστος, ιδιόρρυθμος, παράξενος νεοελλ. ανάρμοστος, απρεπής αρχ. 1. αυτός που δεν είναι συνηθισμένος σε κάτι, εξοικειωμένος με κάτι 2. (για έργα, συγγράμματα κ.λπ.) αυτός που δεν εχει ήθος ή χαρακτήρα 3. επίρρ. ἀήθως απροσδόκητα … Dictionary of Greek